Ο Αλεπουδοφύλακας

© Margaret Wesseling 2015

μετάφραση Φανή Μυρωνάκη 2020

Μια μέρα βρήκε μια αλεπού μέσα στη παγίδα. Οι πατούσες της ήταν ήδη ματωμένες από το πολύ σκάψιμο γύρω απ’τα κάγκελα.

Την κοίταξε για λίγο, τα πλατιά αυτιά, τη λεπτή μουσούδα. Μετά την άφησε να φύγει. Αυτή δεν θα έτρωγε τα σπαρτά. Και αν την άφηνε εκεί, ο πατέρας του θα την σκότωνε.

Είχε μαρούλια και μερικές πιπεριές για να πουλήσει εκείνη την ημέρα. Έμοιαζαν όμορφα. Κι όμως το ήξερε πριν ξεκινήσει: τα λεφτά που θα έβγαζε δεν θα έφταναν για να πληρώσει τη βενζίνη.

Εκείνο το απόγευμα, μετά τη ζέστη, τις φωνές, τον καβγά στον αυτοκινητόδρομο, αφού έφαγε το φαγητό της μητέρας του, ξάπλωσε στο κρεββάτι του και σκέφτηκε μια άλλη αλεπού. Μακριά από τη φάρμα. Θα της πήγαινε φαγητό, θα της μάθαινε κόλπα. Θα την κρατούσε μαζί του.